οργάζω

οργάζω
ὀργάζω (ΑΜ)
κάνω κάτι μαλακό με κατεργασία (α. «πηλὸν ὀργάζειν χεροῑν», Σοφ.
β. «oἱ τοὺς χάλικας δηλαδὴ παραφοροῡντες καὶ τὸν πηλὸν ἢ τὸν τίτανον ὀργαζόμενοι», Ευστ.)
αρχ.
παθ. ὀργάζομαι
(για κερί) λειώνω, τήκομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ὀργάζω παράγεται από τον τ. ἐόργη «μαγειρικό σκεύος, κουτάλα» (< *-Fόργᾱ με προθεματικό φωνήεν ή < *-Fόργᾱ με διπλασιασμό), που ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *werg- «κάνω» (πρβλ. έργο, έρδω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ὀργάζω — soften pres subj act 1st sg ὀργάζω soften pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάζει — ὀργάζω soften pres ind mp 2nd sg ὀργάζω soften pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάζειν — ὀργάζω soften pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάζεται — ὀργάζω soften pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάζοιο — ὀργάζω soften pres opt mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάζων — ὀργάζω soften pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠργασμένος — ὀργάζω soften perf part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργᾶν — ὀργάω to be getting ready to bear pres part act masc voc sg (doric aeolic) ὀργάω to be getting ready to bear pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ὀργάω to be getting ready to bear pres part act masc nom sg (doric aeolic) ὀργᾶ̱ν ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάσαι — ὀργά̱σᾱͅ , ὀργάω to be getting ready to bear pres part act fem dat sg (doric) ὀργά̱σαῑ , ὀργάω to be getting ready to bear aor opt act 3rd sg (doric aeolic) ὀργά̱σᾱͅ , ὀργάζω soften fut part act fem dat sg (doric) ὀργάζω soften aor inf act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάσας — ὀργά̱σᾱς , ὀργάω to be getting ready to bear pres part act fem acc pl (doric) ὀργά̱σᾱς , ὀργάω to be getting ready to bear pres part act fem gen sg (doric) ὀργά̱σᾱς , ὀργάω to be getting ready to bear aor part act masc nom/voc sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”